ΒΑΡΔΙΑ

12.72 

ISBN 9789603250401
Διαστάσεις 14 × 21 cm
Εξώφυλλο

ΜΑΛΑΚΟ

Συγγραφέας

Εκδόσεις

Έτος έκδοσης

2008

Σελίδες

218

HM. Κυκλοφορίας

01-10-2008

Αποστολή εντός 2-5 εργάσιμων ημερών. Κατόπιν διαθεσιμότητας στον εκδότη.

-25%

ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ΝΙΚΟΣ
Εκδόσεις:ΑΓΡΑ
Κωδικός προϊόντος: 007082 Κατηγορία:

Περιγραφή

Μέσα στο βιβλίο υπάρχει καταρχάς η ιστορία ενός ταξιδιού. Στη θάλασσα της Κίνας, ένα παμπάλαιο φορτηγό, σαραβαλιασμένο -ένα από κείνα τα σαπιοκάραβα που είχαν ήδη πουληθεί για παλιοσίδερα και που οι Έλληνες εφοπλιστές τα πήγαιναν για επιδιόρθωση στο Ρότερνταμ και ύστερα τα βαζαν να γυρίζουν τις θάλασσες για χρόνια ακόμα-, έχει βάλει πλώρη για Σαντούν. Αλλά το ουσιώδες έγκειται στις συνομιλίες, σ αυτές ακριβώς θεμελιώνεται το έργο. Στις ατελείωτες ώρες της βάρδιας…

Η Βάρδια εκδόθηκε για πρώτη φορά από τον Α. Καραβία το 1947, και έκτοτε επανεκδόθηκε στις εκδ. Κέδρος το 1980 (16 ανατυπώσεις μέχρι το 1989) και στις εκδ. Άγρα το 1989 (9 ανατυπώσεις από τον Δεκέμβριο 1989 μέχρι το 1996).

“Ο Νίκος Καββαδίας έγινε πολύ γνωστός στην Ελλάδα από την πρώτη του ποιητική συλλογή Μαραμπού, που εκδόθηκε το 1933 και που για καιρό πλήθος ναυτικοί την ήξεραν απέξω. Διατήρησε σ όλη του τη ζωή το παρωνύμιο “Μαραμπού” – τ όνομα του κακοσήμαδου και καταραμένου πουλιού που είχε διαλέξει στα είκοσί του χρόνια για να συμβολίσει τον εαυτό του.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο λόγος για τον οποίο ο Νίκος Καββαδίας δημοσίευσε τη Βάρδια το 1954, προτού σωπάσει για είκοσι χρόνια, ήταν για να εξερευνήσει ένα νέο εκφραστικό τρόπο. Ονειρεύτηκε εν συνεχεία – ή καμώθηκε πως ονειρεύτηκε – να γράψει Απομνημονεύματα. “Μα θα με σκοτώσουν αν τα διηγηθώ όλα”, συνήθιζε να λέει. Στην πραγματικότητα η ίδια η Βάρδια ήταν μυθιστόρημα, ποίημα και αναμνήσεις συγχρόνως.

Υπάρχει καταρχάς η ιστορία ενός ταξιδιού. Στη θάλασσα της Κίνας ένα παμπάλαιο φορτηγό, σαπιοκάραβο -από εκείνα που είχαν ήδη πουληθεί για παλιοσίδερα και που οι Έλληνες εφοπλιστές τα πήγαιναν για επιδόρθωση στο Ρόντερνταμ κι ύστερα τα βαζαν να γυρίζουν τις θάλασσες για χρόνια ακόμα-, έχει βάλει πλώρη για το Σαντούν.

Αλλά το ουσιώδες έγκειται στις συνομιλίες· σ αυτές ακριβώς θεμελιώνεται το έργο. Στις ατέλειωτες ώρες της βάρδιας ο ναυτικοί -ο θερμαστής, ο καπετάνιος ή ο ασυρματιστής, όπως ήταν ο συγγραφέας- αναμασούν από κοινού την κατάστασή τους. Τη ζωή τους την αντιλαμβάνονται ως κατάρα, αλλά μια κατάρα που την αποδέχονται και την επιζητούν: δεν υπάρχει γι αυτούς χειρότερη δυστυχία από τη στεριά, την αναγκαστική αργία, την αποχώρηση που τους θάβουν ζωντανούς. Υπάρχει μια παράδοξη διαλεκτική αγάπης και μίσους, δυσπιστίας και συνενοχής ανάμεσα σ αυτούς τους ναυτικούς και το πλοίο τους: αιχμάλωτοι και ξεριζωμένοι μαζί, απεχθάνονται καθετί που θα μπορούσε να σταματήσει την πορεία τους, να τους ελευθερώσει.