Περιγραφή
ΣΤΕΛΛΑ: …ηλίθια, πειναλέα, κακομοιριασμένη, άνοιξε τα στραβά σου, αυτοί που λυπάσαι μάς χαραμίζουνε! του ζήτησα γω να με νοικοκυρέψει; γιατί όλοι θέλουν να με κουτσουρέψουν, ο ένας να με κάνει κυρία, ο άλλος νοικοκυρά! τι στραβό έχω έτσι που είμαι; δηλαδή όποιος θέλει την ελευθερία τού εαυτού του είναι υπόκοσμος; πέστε μου έναν που να ‘ρθε και να μην ήθελε να μ’ αλλάξει κατά το κέφι του…! και τι είμ’ εγώ για να μ’ αλλάζουνε, γραμμόφωνο! εν τοιαύτη περιπτώσει για τους άρεσα την πρώτη ώρα; επειδή ήμουνα κατάλληλη για αλλαγή ή επιδιόρθωση; είπα σε κανέναν τους «πεθαίνω για σένα αλλά σε θέλω αλλιώς»… σε κανένα! πέφτω σαν τυφλή, τα δίνω όλα, τους πιστεύω, ενώ αυτοί μελετάνε μέσα τους πώς να με κάνουνε άλλη! όχι, αγαπημένες μου, εγώ δεν ξεγέλασα κανένα, αυτοί με ξεγελάσανε…! (στη ΜΑΡΙΑ)…εσύ, τουλάχιστο, κατάλαβέ με…!
Απόσπασμα από το θεατρικό έργο: «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια», Μέρος δεύτερο, Εικόνα πρώτη, από το Θέατρο, τόμος Ε’, Κέδρος, 1991
Το βιβλίο περιέχει 8 επιπλέον μη αριθμημένες σελίδες με ασπρόμαυρο φωτογραφικό υλικό.
Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, ο γεννήτορας του ελληνικού μεταπολεμικού θεάτρου, όπως έχει χαρακτηριστεί, γεννήθηκε στη Νάξο το 1921 και πέθανε στην Αθήνα το 2011.
Το 1934 η οικογένειά του μετακόμισε, λόγω οικονομικών προβλημάτων, στην Αθήνα και ο Καμπανέλλης αναγκάστηκε να εργάζεται την ημέρα και να σπουδάζει τεχνικό σχέδιο στη Σιβιτανίδειο το βράδυ.
Διψασμένος για γνώση κατέφευγε στα παλαιοβιβλιοπωλεία για να «νοικιάζει» βιβλία και μέχρι να τελειώσει το γυμνάσιο είχε γνωρίσει όλους τους Ευρωπαίους κλασικούς. Το 1942 συνελήφθη από τους Γερμανούς και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν, απ’ όπου επέστρεψε το 1945. Ήταν ένας από τους ελάχιστους επιζήσαντες. Την εμπειρία του κατέγραψε στο μοναδικό πεζογράφημά του, Μαουτχάουζεν (1963).
Όταν επέστρεψε στην Αθήνα, εντυπωσιάστηκε από μια παράσταση του Θεάτρου Τέχνης και αποφάσισε να ασχοληθεί με το θέατρο. Η πρώτη του εμφάνιση έγινε το 1950 με το έργο Χορός πάνω στα στάχυα (Θίασος Αδαμάντιου Λεμού), αλλά γνωστός έγινε με τα επόμενα έργα του, που ανέβηκαν από το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν και το Εθνικό Θέατρο. Σταθμός στη σταδιοδρομία του θεωρείται Η Αυλή των Θαυμάτων (1957). Στο επίκεντρο του έργου του βρίσκεται ο προβληματισμός για τα κοινωνικά τεκταινόμενα και τον αντίκτυπο που έχουν στη ζωή των ανθρώπων, και κυρίως η σχέση της ταραγμένης νεότερης ελληνικής ιστορίας με τη συγκρότηση της νεοελληνικής ψυχολογίας. Για την προσφορά του στο ελληνικό θέατρο του απονεμήθηκαν οι τίτλοι: Επίτιμος Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου, Επίτιμος Διδάκτωρ του τμήματος Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Επίτιμος Διδάκτωρ του τμήματος Θεατρολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Διετέλεσε διευθυντής Ραδιοφωνίας της ΕΡΤ.
Εξελέγη παμψηφεί τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας του απένειμε το παράσημο του Ανώτερου Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικα. Ήταν μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Έργα του έχουν παρουσιαστεί σε πολλές χώρες (Αγγλία, Αυστρία, Σουηδία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Σοβιετική Ένωση, Γερμανία).
Πολύ σημαντική είναι επίσης η δουλειά του ως σεναριογράφου, η οποία άσκησε τεράστια επίδραση στους σύγχρονους και στους μεταγενέστερους συναδέλφους του. Έγραψε τα σενάρια σε πολλές ταινίες-σταθμούς του ελληνικού κινηματογράφου (Στέλλα του Μιχάλη Κακογιάννη, Ο Δράκος του Νίκου Κούνδουρου, Αρπαγή της Περσεφόνης του Γρηγόρη Γρηγορίου), ενώ σκηνοθέτησε ο ίδιος, σε δικό του σενάριο, την ταινία Το κανόνι και τ᾽ αηδόνι. Αξιοσημείωτη είναι και η εξαιρετική επίδοσή του στη στιχουργία, αφού το Παραμύθι χωρίς όνομα (μουσ. Μάνος Χατζιδάκις), το Μαουτχάουζεν (μουσ. Μίκης Θεοδωράκης), Το Μεγάλο μας Τσίρκο (μουσ. Σταύρος Ξαρχάκος) και άλλα σημαντικά έργα της ελληνικής μουσικής φέρουν την υπογραφή του.
[…]
Δωρεάν μεταφορικά για αγορές άνω των 50€










